Άνοιξε βιαστικά την πόρτα και με μιας βγήκε στο μπαλκόνι προσπαθώντας να αναπνεύσει. Το σπίτι έμοιαζε άγριο, ασφυκτικά μικρό, αφιλόξενο. Πού πήγε όλο το οξυγόνο; Θεέ μου, που πήγε όλο το οξυγόνο; Ποιος το ‘κλεψε;
Πέταξε τη ζακέτα της κάτω με μανία και άνοιξε τα χέρια της στο σκοτεινό ουρανό. Πήρε μια μεγάλη ανάσα και κοίταξε τη θάλασσα κάτω από το σπίτι. Ποτέ δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο κοντά ήταν η θάλασσα… ένα βήμα… μια βουτιά… Για μια στιγμή τρόμαξε. Νόμισε πως είδε τη θάλασσα να φουσκώνει επικίνδυνα, τα κύματα να αγριεύουν, να θεριεύουν έτοιμα να καταπιούν ολόκληρο το σπίτι μαζί με το μικρό μπαλκόνι, μαζί και τη σκιά της…
Το φαντάστηκε… Μα ναι, φυσικά το φαντάστηκε… Γέλασε με τον εαυτό της και προσπάθησε να ηρεμήσει, αλλά η καρδιά της δεν έλεγε να υπακούσει. Συνέχισε να χτυπάει – γιατί άραγε; - σαν τρελή, δυνατά, σχεδόν εκκωφαντικά μες στη σιωπή της νύχτας.
Σήκωσε το κεφάλι της και προσπάθησε να ακούσει – τι; Να ακούσει τι; Κάποια παιδιά έπαιζαν κάπου κοντά και οι φωνές τους έφταναν μέχρι το μπαλκόνι… ανεπαίσθητα… έφταναν. Μα… ήταν αργά. Πολύ αργά. Πώς ήταν δυνατόν; Δεν είχαν γονείς να ανησυχούν; Ήταν μόνα τους έξω; Τέτοια ώρα; Φαντάσματα! Σίγουρα, φαντάσματα, όπως και εκείνη…
Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να θυμηθεί πως είναι να είσαι παιδί. Της είχε λείψει… Η ανεμελιά…. Η ελευθερία… Ναι, η ελευθερία… Και η άμμος που μπλέκεται στα μαλλιά και κολλάει στις πατούσες…
Ένας κεραυνός τράνταξε τις σκέψεις της. Ενοχλήθηκε. Συνοφρυώθηκε. Ποτέ δεν της άρεσε όταν κάτι διέκοπτε τις σκέψεις της, το ταξίδι της... Ήταν δικό της. Απ’ τα λίγα…
«Έρχεται καταιγίδα» σκέφτηκε και μύρισε τον αέρα. Καταιγίδα. Πάλι. Πολλές καταιγίδες τελευταία.
Έσκυψε, πήρε τη ζακέτα της, τη φόρεσε και την έσφιξε γύρω απ' το κορμί της με τρεμάμενα δάχτυλα. «Πολύ κρύο απόψε». Γύρισε την πλάτη της στα κύματα και με αργά βήματα, νωχελικά, κρύφτηκε πάλι στο άδειο δωμάτιο.
«Δε θα κλείσω την πόρτα» είπε δυνατά και αποφασιστικά, σαν να μιλούσε σε κάποιον, αλλά δεν ήταν κανείς εκεί, εκτός απ’ τις σκιές. «Δε θέλω». Της άρεσε να βλέπει τις λευκές κουρτίνες να χορεύουν με τον αέρα, να ακούει τα κύματα, να μυρίζει τη βροχή…
Πόσο γελοίο! Ένα φάντασμα να μυρίζει τη βροχή…
Πέταξε τη ζακέτα της κάτω με μανία και άνοιξε τα χέρια της στο σκοτεινό ουρανό. Πήρε μια μεγάλη ανάσα και κοίταξε τη θάλασσα κάτω από το σπίτι. Ποτέ δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο κοντά ήταν η θάλασσα… ένα βήμα… μια βουτιά… Για μια στιγμή τρόμαξε. Νόμισε πως είδε τη θάλασσα να φουσκώνει επικίνδυνα, τα κύματα να αγριεύουν, να θεριεύουν έτοιμα να καταπιούν ολόκληρο το σπίτι μαζί με το μικρό μπαλκόνι, μαζί και τη σκιά της…
Το φαντάστηκε… Μα ναι, φυσικά το φαντάστηκε… Γέλασε με τον εαυτό της και προσπάθησε να ηρεμήσει, αλλά η καρδιά της δεν έλεγε να υπακούσει. Συνέχισε να χτυπάει – γιατί άραγε; - σαν τρελή, δυνατά, σχεδόν εκκωφαντικά μες στη σιωπή της νύχτας.
Σήκωσε το κεφάλι της και προσπάθησε να ακούσει – τι; Να ακούσει τι; Κάποια παιδιά έπαιζαν κάπου κοντά και οι φωνές τους έφταναν μέχρι το μπαλκόνι… ανεπαίσθητα… έφταναν. Μα… ήταν αργά. Πολύ αργά. Πώς ήταν δυνατόν; Δεν είχαν γονείς να ανησυχούν; Ήταν μόνα τους έξω; Τέτοια ώρα; Φαντάσματα! Σίγουρα, φαντάσματα, όπως και εκείνη…
Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να θυμηθεί πως είναι να είσαι παιδί. Της είχε λείψει… Η ανεμελιά…. Η ελευθερία… Ναι, η ελευθερία… Και η άμμος που μπλέκεται στα μαλλιά και κολλάει στις πατούσες…
Ένας κεραυνός τράνταξε τις σκέψεις της. Ενοχλήθηκε. Συνοφρυώθηκε. Ποτέ δεν της άρεσε όταν κάτι διέκοπτε τις σκέψεις της, το ταξίδι της... Ήταν δικό της. Απ’ τα λίγα…
«Έρχεται καταιγίδα» σκέφτηκε και μύρισε τον αέρα. Καταιγίδα. Πάλι. Πολλές καταιγίδες τελευταία.
Έσκυψε, πήρε τη ζακέτα της, τη φόρεσε και την έσφιξε γύρω απ' το κορμί της με τρεμάμενα δάχτυλα. «Πολύ κρύο απόψε». Γύρισε την πλάτη της στα κύματα και με αργά βήματα, νωχελικά, κρύφτηκε πάλι στο άδειο δωμάτιο.
«Δε θα κλείσω την πόρτα» είπε δυνατά και αποφασιστικά, σαν να μιλούσε σε κάποιον, αλλά δεν ήταν κανείς εκεί, εκτός απ’ τις σκιές. «Δε θέλω». Της άρεσε να βλέπει τις λευκές κουρτίνες να χορεύουν με τον αέρα, να ακούει τα κύματα, να μυρίζει τη βροχή…
Πόσο γελοίο! Ένα φάντασμα να μυρίζει τη βροχή…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου